Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

οι "μηνυτές-φαντάσματα" και η αντιμετώπισή τους

 Ένα αρκετά σύνηθες φαινόμενο στην καθημερινότητα των ποινικών Δικαστηρίων είναι και το εξής : ενώ ο κατηγορούμενος είναι παρών στη Δίκη του, λείπει ο μηνυτής, ο οποίος είναι συνήθως και ο βασικός και κύριος μάρτυρας.
  Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο ελέγχει καταρχάς αν έχει κλητευθεί ο μηνυτής νόμιμα, οπότε συνήθως αναβάλλει την εκδίκαση και αν μεν δεν έχει κλητευθεί ορθά ο μηνυτής, διατάσσει την εκ νέου κλήτευσή του, ενώ αν έχει ήδη κλητευθεί, διατάσσει πάλι την εκ νέου κλήτευσή του και ταυτόχρονα τον τιμωρεί για λιπομαρτυρία με πρόστιμο.
  Σε πολλές περιπτώσεις ωστόσο, ο μηνυτής δεν εμφανίζεται ποτέ, γεγονός που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, όπως π.χ ότι μετάνιωσε για τη μήνυση και έχει συγχωρέσει το δράστη, ή αδιαφορεί γενικά στις υποθέσεις του ή δεν ήθελε ποτέ πραγματικά να κάνει τη μήνυση και πιέστηκε από τρίτους ή τους αστυνομικούς κ.ο.κ.
  Αν λοιπόν ο μηνυτής και βασικός μάρτυρας κατηγορίας επιμένει να μην εμφανίζεται στο Δικαστήριο, το τελευταίο δεν μπορεί να αναβάλει επ' άπειρον, αλλά οφείλει αναγκαστικά να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης, για να μην ταλαιπωρείται και ο κατηγορούμενος από τη συνεχή εκκρεμότητα και τις αλλεπάλληλες επισκέψεις στα Δικαστήρια.
  Εδώ λοιπόν υπεισέρχεται και το σημείο-κλειδί της παρούσης ανάλυσης : στις περιπτώσεις όπου η υπόθεση εκδικάζεται απόντος του μηνυτή, τα Δικαστήρια ..έχουν την τάση να διαβάζουν την κατάθεση που είχε δώσει εκείνος στην προανάκριση (αστυνομικό τμήμα, πταισματοδίκη κλπ), γεγονός που είναι ΠΑΡΑΝΟΜΟ.
   Ο Νόμος λέει ότι η κατάθεση απόντος μάρτυρα διαβάζεται μόνον, όταν βεβαιώνεται, ρητά και με στοιχεία, ότι η εμφάνισή του στο Δικαστήριο είναι αδύνατη, όπως π.χ όταν έχει αποβιώσει ή διαμένει πλέον στο εξωτερικό.
   Συνεπώς, εάν είστε κατηγορούμενοι και απουσιάζει ο μηνυτής σας ή άλλος μάρτυρας κατηγορίας, οφείλετε να αντιλέξετε στην ανάγνωση της κατάθεσής του (αν δεν έχετε δικηγόρο να το κάνει), εφόσον δεν προκύπτει αντικειμενική αδυναμία του να προσέλθει στο Δικαστήριο, γεγονός που έχει μεγάλη σημασία, διότι εάν είναι αυτή η κατάθεση το μόνο εις βάρος σας στοιχείο, θα οδηγηθείτε σε απαλλαγή, λόγω μη στοιχειοθέτησης της κατηγορίας !!
   Η λύση αυτή είναι απόρροια της αρχής της αμεσότητας και προφορικότητας της ποινικής Δίκης και είναι πολλαπλώς σωστή, διότι : αλλιώς είναι να καταθέτει κανείς στο σκοτεινό δωμάτιο της αστυνομίας, μπροστά σε έναν μόνο αστυνομικό, ο οποίος συχνά "γράφει τα δικά του" και όχι όσα λέει ο μάρτυρας και αλλιώς να καταθέτεις (ενόρκως ή μη) μπροστά στους Δικαστές, τον κατηγορούμενο, το ακροατήριο κλπ. Η φυσική παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο είναι αναγκαία εξάλλου για να φανεί αν τα όσα λέει εκεί συμφωνούν ή όχι με τα όσα είχε καταγγείλει προηγούμενα, να επισημανθούν δηλαδή τυχόν αντιφάσεις και να κλονιστεί η αξιοπιστία του.
   Αν πέσετε λοιπόν και εσείς σε περίπτωση "μηνυτή-φαντομά" ή "μάρτυρα-φαντομά", ζητήστε από το Δικαστήριο να τον "ξορκίσει" και να μείνει για πάντα α-θέατος και αν-ήκουστος, όπως πολύ ορθά προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

η στάση του κατηγορούμενου στην ποινική Δίκη

 Η εικόνα που έχουμε οι περισσότεροι από τη "στάση" του κατηγορουμένου στην ποινική Δίκη, είναι λίγο πολύ η εξής : κάθεται στο "εδώλιο" αμίλητος, συνήθως σκυθρωπός, χωρίς να κοιτάει τους Δικαστές στα μάτια και ανοίγει το στόμα του, μόνον όταν καλείται από τον/την πρόεδρο για να απολογηθεί, αναφορικά με την κατηγορία.
  Ωστόσο, η "στάση" αυτή δεν έχει καμμία σχέση και καμμία θέση στην ποινική Δίκη, η οποία είναι κατεξοχήν "ζωντανή" διαδικασία, ενεργητική και ευμετάβλητη, με ανατροπές και απαιτείται ενεργός συμμετοχή στα τεκταινόμενα και όχι παθητικότητα και παραίτηση.
  Ο Νομοθέτης έχει εξοπλίσει τον κατηγορούμενο με πλήθος δικαιωμάτων, τα οποία βέβαια τα ασκεί συνήθως ο δικηγόρος του, επειδή τα ξέρει καλύτερα.
  Όταν όμως ο κώδικας ποινικής δικονομίας  παρέχει δικαιώματα στον κατηγορούμενο κυριολεκτεί προφανώς και δεν αναφέρεται στα δικαιώματα (καλύτερα υποχρεώσεις) του ..δικηγόρου του.
  Έτσι λοιπόν, πως θα έπρεπε να είναι η στάση του κατηγορουμένου ; Οφείλει να ακούει προσεκτικά τους μάρτυρες κατηγορίας και τα υπόλοιπα στοιχεία εναντίον του και να συμμετέχει ενεργά στην αντίκρουσή τους, ζητώντας το λόγο και να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες, να προβαίνει σε δηλώσεις αναφορικά με την αξιοπιστία τους και σε παρατηρήσεις, αναφορικά με τα λοιπά στοιχεία (π.χ ότι είναι ή δεν είναι γνήσια η υπογραφή του σε κάποιο έγγραφο, αν το έγγραφο είναι πλαστό ή όχι κ.ο.κ).
   Απλά θα πρέπει να περιμένει τη σειρά του και να ζητά να του δοθεί ο λόγος (και να επιμένει !!), προκειμένου να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, επισημάνσεις κλπ. και θα πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για αναφαίρετο δικαίωμά του, το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί από το Δικαστήριο και άσχετα αν έκανε ερωτήσεις κλπ. ο δικηγόρος του.
  Έχει ειπωθεί και αλλού ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να μιλά πάντα τελευταίος για κάθε ζήτημα που προκύπτει στην πορεία της Δίκης και συνήθως η σειρά με την οποία δίνεται ο λόγος από τον/την πρόεδρο είναι : λοιποί Δικαστές, Εισαγγελέας, Πολιτική Αγωγή και τέλος η πλευρά του κατηγορουμένου.
   Η σιωπή και η παθητικότητα στην ποινική Δίκη δεν είναι καλοί σύμβουλοι και προϊωνίζουν άσχημα αποτελέσματα : κάποιος ο οποίος είναι αθώος, όχι μόνο δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του και να συμμετέχει πιο ενεργά στη Δίκη, προκειμένου να λάμψει η αλήθεια, να αντικρούσει τις κατηγορίες και να βρει το δίκιο του.
   Πάντα βέβαια χωρίς υπερβολές, με κόσμιο τρόπο και σεβασμό στους Δικαστές και τους λοιπούς παράγοντες της Δίκης, προκειμένου να μην παρεξηγηθεί και χάσει το δίκιο του, από επιπολαιότητα ή μη αναγκαίο θυμό (γιατί έως ένα σημείο, ακόμα και η παρεκτροπή δικαιολογείται, λόγω φόρτισης και ψυχολογικής πίεσης του κατηγορουμένου).