Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Εταιρίες Προσωρινής Απασχόλησης και δανεισμός εργαζομένου

     Στα πλαίσια των ευέλικτων μορφών εργασίας και σε συμμόρφωση προς κοινοτική οδηγία, εισήχθη και στην χώρα μας, το 2012, ο θεσμός των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης.
 Οι επιχειρήσεις αυτές, που μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συνάπτουν συμβάσεις εργασίας, με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετήσουν, εν συνεχεία, σε άλλους εργοδότες, που ονομάζονται "έμμεσοι".
  Στους προσωρινά απασχολούμενους, εφαρμόζονται όλοι οι όροι εργασίας, που θα ίσχυαν, αν είχαν προσληφθεί απευθείας, από τον έμμεσο εργοδότη.
   Για την σύσταση και λειτουργία επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, απαιτείται η τήρηση σειράς διατάξεων και διατυπώσεων, η παραβίαση των οποίων, απειλείται με διοικητικά πρόστιμα και ποινικές κυρώσεις.
  Η σύμβαση τοποθέτησης του μισθωτού, στον έμμεσο εργοδότη, καταρτίζεται εγγράφως και έχει μέγιστη διάρκεια, τους 36 μήνες (μαζί με τυχόν ανανεώσεις), ειδάλλως, αν ξεπεραστεί αυτό το όριο, επέρχεται αυτομάτως μετατροπή της σύμβασης, σε αορίστου χρόνου (με τον έμμεσο εργοδότη, πάντα).
    Για την αποφυγή καταχρήσεων, επ' αυτού, ορίζεται ότι, αν γίνει νέα τοποθέτηση, μετά τη λήξη των συμβάσεων και πριν την συμπλήρωση 23 ημερολογιακών ημερών, λογίζεται και πάλι ότι πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου (εξαιρούνται εδώ οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, λόγω εποχικότητας).
  Αν υπάρξει κενή θέση, στον έμμεσο εργοδότη, οφείλει να ενημερωθεί και ο προσωρινά απασχολούμενος, ενώ είναι άκυρη κάθε ρήτρα, που απαγορεύει την μόνιμη πρόσληψή του, μετά τη λήξη της προσωρινής σύμβασης καθώς και κάθε ρήτρα, που θίγει τα συνδικαλιστικά ή ασφαλιστικά του δικαιώματα.
   Σε όλη αυτή τη διαδικασία, αρχική πρόσληψη, τοποθέτηση σε έμμεσο εργοδότη κλπ, ο Νόμος απαγορεύει την όποια οικονομική επιβάρυνση του ίδιου του μισθωτού.
   Η Ε.Π.Α, ως αρχικός και άμεσος εργοδότης, είναι υπόχρεη για την καταβολή του μισθού και των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου (εξάλλου, μπορεί να μεσολαβήσει ένα διάστημα, έως ότου βρεθεί έμμεσος εργοδότης), ενώ ο έμμεσος εργοδότης, είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνος, εκτός εάν αυτό αποκλειστεί ρητά, από την (δεύτερη) σύμβαση.
    Για την αποφυγή επίσης καταστρατήγησης του Νόμου και καταχρηστικών συμπεριφορών, δεν επιτρέπεται η εργασία μισθωτού, με καθεστώς προσωρινής απασχόλησης, σε έμμεσο εργοδότη, όταν π.χ ο τελευταίος είχε προβεί πρόσφατα (εντός τριμήνου) σε απολύσεις ή οι δικοί του εργαζόμενοι απεργούν καθώς και σε δυο-τρεις ακόμα περιπτώσεις.
   Τώρα, σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου ο εργαζόμενος, βρίσκεται να δουλεύει σε διαφορετικό, από τον αρχικό, εργοδότη του και ο τελευταίος ΔΕΝ είναι Ε.Π.Α (σύμφωνα με το Νόμο), θα πρόκειται για δανεισμό εργαζομένου.
   Ο δανεισμός εργαζομένου, δεν προβλέπεται ρητά από το Νόμο, αλλά επιτρέπεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που ορίζει ότι "αν κάτι δεν απαγορεύεται, σημαίνει ότι επιτρέπεται" και έχει διαμορφωθεί νομολογιακά, ως εξής :
-Ο δανεισμός πρέπει να έχει προσωρινό, εξ ορισμού, χαρακτήρα, χωρίς να τίθεται συγκεκριμένο όριο (εδώ οι 36 μήνες της Ε.Π.Α ίσως αποτελούν μία ένδειξη).
-Ο μισθωτός να συναινέσει σε αυτόν, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, αναλαμβάνοντας δηλαδή υπηρεσία, στον νέο εργοδότη (που ασκεί προφανώς διαφορετική-αυτοτελή επιχείρηση).
-Διευθυντικό δικαίωμα, επί του μισθωτού, ασκεί ο δεύτερος εργοδότης και κάθε μεταβολή των όρων, εκ μέρους του, μπορεί να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή.
-Υπόχρεος για την καταβολή του μισθού, παραμένει ο αρχικός εργοδότης, μπορεί όμως να συμφωνηθεί και αλλιώς (όλα ο δεύτερος ή ένα μέρος κλπ).
-Αν υπάρξουν απαιτήσεις από υπερωριακή απασχόληση ή άλλη αιτία, που δεν αφορά τον αρχικό εργοδότη, υπόχρεος είναι ο δεύτερος εργοδότης, προδήλως.
-Τέλος, ο δεύτερος εργοδότης, είναι (και λογικά) επιφορτισμένος, με την τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας και γενικά με την προστασία του δανεισμένου μισθωτού.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

σφράγιση και αποσφράγιση

     Η σφράγιση πραγμάτων, διαμερισμάτων, καταστημάτων κλπ, γίνεται από τον Ειρηνοδίκη, του τόπου όπου βρίσκονται τα πράγματα, είτε αυτεπάγγελτα, είτε με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.
  Μιλάμε εδώ για περιπτώσεις δικαστικής σφράγισης λοιπόν και όχι διοικητικής (όπως π.χ όταν σημειώνονται φορολογικές παραβάσεις) και δύο παραδείγματα είναι αφενός, η σφράγιση των καταστημάτων επιχειρήσεων, που πτώχευσαν και αφετέρου, η περίπτωση, όπου πεθαίνει κάποιος, που έμενε μόνος σε διαμέρισμα-ακίνητο (με αίτηση της Αστυνομίας, που ερευνά και τα αίτια θανάτου, συνήθως).
  Η σφράγιση γίνεται προφανώς, για να αποφευχθεί το λεγόμενο πλιάτσικο και γενικά για να αποτραπεί κάποιος κίνδυνος.
 Διενεργείται κανονικά, από είτε από τον ίδιο τον Ειρηνοδίκη, είτε από συμβολαιογράφο, κατόπιν εντολής του πρώτου και μπορεί να γίνει και τη νύχτα.
  Αν στο διαμέρισμα βρεθεί διαθήκη, δίνεται άμεσα προς δημοσίευση, ενώ αν βρεθεί άλλο σημαντικό έγγραφο, δίνεται σε όποιον έχει δικαίωμα να το κατέχει ή φυλάσσεται στο αρχείο του Ειρηνοδικείου, έως ότου εξακριβωθεί, ποιος δικαιούται να το έχει.
  Όποιος ενεργεί την σφράγιση, οφείλει, να ερευνήσει, αν μέχρι εκείνη την στιγμή, έχει αφαιρεθεί κάποιο αντικείμενο, ενώ τα κλειδιά παραδίδονται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου.
   Αν υπάρχουν πράγματα, που υπόκεινται σε φθορά, μπορεί να διαταχθεί εκποίηση, ενώ άλλα πράγματα, που η σφράγισή τους, θα ήταν επιζήμια ή αδύνατη, δίνονται σε μεσεγγυούχο, να τα φυλάει.
   Για την σφράγιση, όπως είναι φυσικό, συντάσσεται έκθεση, που πρέπει να περιέχει τα κατά Νόμο στοιχεία.
   Αν τώρα η διατήρηση της σφράγισης δεν είναι πλέον αναγκαία ή προκειμένου να γίνει απογραφή, ο Ειρηνοδίκης αυτεπάγγελτα ή με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον (π.χ εξ αδιαθέτου κληρονόμου), διατάσσει να γίνει αποσφράγιση, ενώ μπορεί να γίνει αποσφράγιση και άμεση επανασφράγιση, αν υπάρχει κίνδυνος ή σπουδαίος λόγος !
    Η σχετική αίτηση, δικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΠΡΟΣΟΧΉ εδώ : αν η σφράγιση, έγινε από αστυνομικό τμήμα, πρέπει αντίγραφό της, να επιδοθεί σε αυτό), ενώ ο Ειρηνοδίκης, υποχρεούται, λέει ο Νόμος, να καλέσει τόσο αυτόν, που ζήτησε την σφράγιση, όσο και όσους ήταν παρόντες σε αυτήν, καθώς και όσους πιθανολογεί, ότι μπορεί να είναι κληρονόμοι.
   Με την απόφαση αποσφράγισης, ο Ειρηνοδίκης ορίζει και τα πρόσωπα, στα οποία πρέπει να παραδοθούν τα αντικείμενα (μετά την απογραφή, αν απαιτείται) ή μεσεγγυούχο, ώσπου να αποφασισθεί σε ποιον θα δοθούν.
   Αυτός που ενεργεί την αποσφράγιση, ορίζει την ημέρα και ώρα, που θα γίνει και καλεί τους διαδίκους (ακόμα και προφορικά) ή τους πληρεξουσίους τους, να παραστούν, αλλά ο Νόμος λέει ότι μπορεί να παραστεί, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον.
    Η απογραφή συνήθως διενεργείται από συμβολαιογράφο, ο οποίος οφείλει να διαπιστώσει την κατάσταση των σφραγίδων, αν έχουν παραβιαστεί κλπ (υπάρχει μάλιστα και σχετικό ποινικό αδίκημα, για παραβίαση σφραγίδων, σε αυτήν αλλά και σε άλλες περιπτώσεις).
    Τόσο για την αποσφράγιση, όσο και για την λεπτομερή απογραφή των αντικειμένων, συντάσσονται εκθέσεις, όπως και στην σφράγιση !
     Κάθε διαφορά ή δυσχέρεια στην σχετική διαδικασία, δικάζεται, όπως είπαμε, από το Ειρηνοδικείο, με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ωστόσο οι αποφάσεις αυτές, έχουν προσωρινό χαρακτήρα και μπορούν να ανακληθούν ή τροποποιηθούν αργότερα, από το ίδιο ή άλλο Δικαστήριο, με την ίδια ή άλλη διαδικασία (π.χ με ασφαλιστικά μέτρα).